Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Το ρακοκάζανο στη Κρήτη





Να χαμηλώναν τα βουνά
Θεέ μου χαμήλωνέ τα
νά 'βλεπα τη παρέα μου
κι ύστερα ψήλωνέ τα







Του Γιάννη Χλουβεράκη

Στην Κρήτη κάθε χρόνο Οκτώβρη– Νοέμβρη τα ρακοκάζανα παίρνουν φωτιά. Οι ετεροδημότες βρίσκουν ένα σωρό δικαιολογίες για να βρεθούν– κατά (μετα)διονυσιακή παράδοση– στα καζανέματα, πιστοί στην προτροπή:

Στην εορτή της τσικουδιάς να ’ρχεσαι κάθε χρόνο,
γιατί γιατρεύγει τσι πληγές και παγουδιά τον πόνο.

Ευκαιρία να ζήσουν μεγάλες στιγμές και να χαλαρώσουν. Όμορφες βραδιές στους χώρους του καζανιού με τη μεθυστική ευωδιά, όπου το φαγοπότι κρατά μέχρι… πρωίας και το γέλιο μέχρι δακρύων! Αφορμή για μια σωστή διασκέδαση συνοδεία ποικίλων εδεσμάτων, χοληστερινούχων, λιπιδιούχων και λοιπών διαιτητικών.
Βέβαια, ο κατ’ εξοχήν μεζές της ρακής είναι η οφτή πατάτα στη χόβολη της καζανοπαραστιάς, τα ρόγδια, τα κυδώνια, τα καλαμπόκια (στην καρβουνιστιά), τα κάστανα, η τσακιστή ελιά, το λάχανο και η στραβή (ψητή χρυσή καπνιστή ρέγγα).
Ευλογημένες και ανεπιτήδευτες χαρές, με τραγούδια, πειράγματα, χωρατάδες, παλιές και καινούριες ιστορίες.
Κοινωνική εκδήλωση, δεμένη ....
με τη λαϊκή μας παράδοση – σύμβολο ενός ελεύθερου και αγνού τρόπου ζωής.

Σμίγουνε φίλοι μπιστικοί, λεβέντες, γλεντιστάδες,
βιολάτορες, τραγουδιστές, πιοτάδες, κουβαρντάδες.

Η διαδικασία απόσταξης της τσικουδιάς είναι πολύ θεαματική και στην Κρήτη παίρνει τη μορφή ιεροτελεστίας. Και στα καζάνια είναι όλοι καλοδεχούμενοι. Φίλοι και περαστικοί, χωρίς διακρίσεις, απολαμβάνουν με την αρχοντική απλότητα του Κρητικού «Αξύλου φιλοξενία». Η έκφραση προέρχεται από την παροιμιώδη αγάπη του Αξύλου προς τους ξένους, όπως ιστορεί ο Όμηρος: «αφνειός, βιότοιο, φίλος δ’ ήν ανθρώποισι· πάντας γαρ φιλέεσκεν οδω επί οικία ναίων». (Ιλιάδα Ζ 14-15), και κατά μετάφραση Όλγας Κομνηνού-Κακριδή: «πλούσιος σε βιός και αγαπητός στον κόσμο, γιατί όλους φιλοξενούσε, έχοντας το σπίτι του πάνω στο δρόμο». Αγνή και πηγαία φιλοξενία.

Τα καζανέματα στην Κρήτη είναι συνυφασμένα με κέφι και χαρά.
Οι συντροφιές εναλλάσσονται ανάλογα με το αφεντικό που «θα βγάλει τη ρακή», μαζί με τους φίλους και τους περαστικούς. Σε μια διονυσιακή και αριστοφάνεια ατμόσφαιρα με πλούσιες παραδοσιακές νοστιμιές, «χάδι της κοιλιάς» θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης, συνοδεία βιολιού και κιθάρας, ξεχνιέται το μέτρο και η μια ρακή ακολουθεί την άλλη, με πειράγματα, τολμηρά, αστεία και μαντινιάδες –«χύμα και τσουβαλάδα».

Με τη ρακή στον ουρανό πολύ ψηλά ανεβαίνεις
χαρά και ευχαρίστηση μόνο καταλαβαίνεις.

Κοπιάσετε στην Κρήτη μας μια τσικουδιά να πιείτε
ν’ ακούτε μαντινιάδες μας να ξεκουζουλαθείτε.

Καζανάρηδες και καλεσμένοι γίνονται «σκνίπα στο μεθύσι» αν πίνουν πρωτόρακη με τα πολλά γράδα (βαθμούς). Η απόσταξη σταματά όταν η ρακή είναι 18-20 γραδώ – 38-42% οινόπνευμα κατ’ όγκον. Αλλά για να ξεκαζανιάσει ο καζανάρης γραδάρει ο ίδιος τη ρακή με πρακτικό τρόπο. Στο ποτήρι βάνει ρακή, δυο τρία δάκτυλα, το σκεπάζει με την παλάμη του και το αναταράσσει δυνατά με τα δυο του χέρια· αν σχηματιστούν πολλές φυσαλίδες, πολλά ντοντίνια (χάντρες), η ποιότητα είναι καλή και σπιρτάδα, αν με το πέταγμα στη φωτιά βγάλει λαβουρδάνα (μεγάλη φλόγα).

Αγνή σπιρτάδα τσικουδιά που κάνει πολλές χάντρες,
πίνουν οι ερωτιάρηδες και μερακλήδες άντρες.

Κοσιτριώ γραδώ ρακή πίνω μα δε με πιάνει,
όμως στο κέφι για να ’ρθω μια σου ματιά με φτάνει.

Σαν πιεις ρακή απ’ το λουλά, ζεστή απ’ το καζάνι,
μεζέ να φας πατάτα οφτή, όσο κι αν πεις τα κάνει.

Η ρακή είναι το εθνικό ποτό της Κρήτης, εξαιρετικά δημοφιλής. Συνοδός στη χαρά και στη λύπη. Πίνεται οπουδήποτε, οπωσδήποτε, οσοδήποτε, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ, νύχτα. Στο σπίτι, στο καφενείο, στην ταβέρνα και στο πόδι! Και το Πάσχα και τη Σαρακοστή, με αγγινάρες, χλωρά κουκιά κι ελιές.

Ρακή θα σε κεράσουνε οι φίλοι κι οι γειτόνοι
και στο μετόχι θα τη βρεις, στη μάντρα και στ’ αλώνι.

Υπάρχουνε πολλά πιοτά σ’ όλη την οικουμένη
κι η τσικουδιά βασίλισσα, δαφνοστεφανωμένη.

Μία ρακή είν’ αρκετή για να περνάς ωραία,
αρκεί να βρίσκεται κανείς με σίτινη παρέα.

Ακόμη η ρακή είναι φάρμακο ορεκτικό, χωνευτικό, τονωτικό, κατάλληλη και για εντριβές – και δώρο για φίλους και γνωστούς.

Και το κρασί και η ρακή στον πόνο γιατρικό ’ναι
κι η χήρα μες στη γειτονιά να βρίσκεται καλό ’ναι.

Οινόπνευμά ’ναι η ρακή αγάπη μου μεγάλη
εκρύωσες και τρίβγω σου το μπέτη και το φάλι.

Σαν είναι η ρακή καλή, ώφου καλά τα κάνει
πίκρες, καημούς μόλις την πιεις ντελόγο τσι ποβγάνει.

Πίνω ρακή και σε θωρώ στου ποτηριού τον πάτο
κι εσύ λες πως σε ξέχασα, ρόδο μου μυρωδάτο.

Το γυάλινο ρακοπότηρο αναδεικνύει το κρυστάλλινο περιεχόμενό του, είναι μικρό και δίνει τη χαρά του συχνού κεράσματος, του ήχου του τσουγκρίσματος, του αλλεπάλληλου ευχολογίου και προ παντός το μέτρο του πόσες ρακές ήπιαμε, γιατί ο δρόμος έχει στροφές! Κι ο Καζαντζάκης αποκαλούσε τη ρακή «σκοτώνα» -για άλλους λόγους.

Χαίρεσαι μ’ ένα-δυό ρακές, βγάνεις ωραίους στίχους,
όμως περίσσα σα θα πιεις, θα κουτουλάς τσι τοίχους.

Εβίβα μας λοιπόν, κι «ότι βγει απ’ το καζάνι» -για αβέβαιες εξελίξεις- και όλοι -πράσινοι, μπλε, ροζ, συντηρητικοί, προοδευτικοί, δεξιοί, αριστεροί- «βράζομε στο ίδιο καζάνι» και δεν ξέρομε τι θα ξεκαζανιάσει η τρόικα.

Φίλε αναγνώστη, δεν ξέρω αν «σου ’καμα την κεφαλή καζάνι» αλλά
η Ρακή εξαφάνισε το Ούζο στην Κρήτη μετά το 1928 (προνόμιο αφορολόγητου οινοπνεύματος).

Γλέντιζε, πίνε τη ρακή, του χρόνου ποιος το ξέρει
γη θα ποθάνεις, γη θα ζεις, γη θα ’σαι σ’ άλλα μέρη.

Ζήσε την όμορφη στιγμή, μη λες δεν έχω χρόνο,
γιατί απ’ όλα στη ζωή αυτό πομένει μόνο.




Χλουβεράκης Γιάννης: Φαρμακοποιός – φιλότεχνος Ηρακλειώτης -Σητειακής καταγωγής





Ολόκληρο το άρθρο ΕΔΩ

Ακούστε  και την πιο χαρακτηριστική κοντυλιά του καζανέματος.

Κοντυλιές Αν. Κρήτης από τον ανεπανάληπτο μάστορα του βιολιού
  ΑΒΥΣΣΙΝΟ.

(Αφιερωμένο στον καζανάρη μας και σε όλο το παρεάκι!!!
Και στο ξενιτεμένο !!!)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...