Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

ΑΙΟΛΙΚΑ ΠΑΡΚΑ: Οι αρνητικές συνέπειες

Γεώργιος κ. Στουρνάρας
Γεώργιος Κ. Στουρνάρας
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Υδρογεωλογίας, Τεχνικής Γεωλογίας, Περιβαλλοντικής Γεωλογίας

Περί ΑΠΕ

Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.) συνιστούν, εξ ορισμού και από τη φύση τους, πηγές ενέργειας φιλικές προς το περιβάλλον και συνιστούν, με προϋποθέσεις, βασική συνιστώσα της αειφόρου (βιώσιμης, κατά την επικρατούσα, ρεαλιστική, άποψη) αναπτύξεως συμβάλλοντας, παραλλήλως, στην απεξάρτηση της χώρας στον ενεργειακό τομέα και στην καλύτερη χωρική αξιοποίηση των φυσικών πόρων. Ωστόσο οι Α.Π.Ε. δεν πρέπει να υπερεκτιμώνται, φτάνοντας και στην υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, ανατρέποντας τον προηγούμενο ορισμό. Οι λόγοι είναι δύο:

Ο πρώτος λόγος έχει να κάνει με την περιορισμένη ενεργειακή απόδοση των ΑΠΕ, ιδιαιτέρως συγκρινόμενη με την αντίστοιχη απόδοση των θερμικών ή των πυρηνικών σταθμών.

Καθώς η ζήτηση της ενέργειας επιτείνεται με πολύ μεγάλους ρυθμούς, η χρήση των ΑΠΕ, είναι σημαντική, στη βάση, όμως, της συμπληρωματικότητας και όχι της αντικαταστάσεως των συμβατικών ...
διαδικασιών παραγωγής ενέργειας.

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον από την εγκατάσταση και λειτουργία των ΑΠΕ, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε αναίρεση του ορισμού των ΑΠΕ, ως φιλικών προς το περιβάλλον.

Περί ενεργειακής ωφέλειας των Αιολικών πάρκων

Τα προτεινόμενα αιολικά πάρκα (Α/Π)  δεν πρόκειται να καλύψουν τοπικές ενεργειακές ανάγκες, όπως, εντέχνως, αφήνεται να εννοηθεί. Τα αιολικά πάρκα δεν αντικαθιστούν το συμβατικό δίκτυο, το οποίο θα λειτουργεί κανονικώς. Το παραγόμενο ρεύμα π.χ. στην Τήνο θα μεταφέρεται στην Παλλήνη με υποβρύχιο αγωγό και, αφού θα προσαρμόζεται στην κανονική σταθερή τάση, θα διαχέεται στο εθνικό δίκτυο και θα οδεύει προς χρήση ή προς πώληση στο εξωτερικό, αν και όταν οι ενεργειακές και οικονομικές συνθήκες το επιτρέπουν, αφού το ρεύμα δεν μπορεί να αποθηκευθεί.

Η διάχυση του παραγόμενου ρεύματος στο εθνικό δίκτυο είναι υποχρεωτική για τον ΑΔΜΗΕ (Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας) και μάλιστα επιδοτούμενη, πράγμα που φαίνεται, ήδη, στους λογαριασμούς της ΔΕΗ. Αυτό, ανεξαρτήτως του αν υπάρχει ανάγκη συμπληρωματικού ρεύματος τη στιγμή της διαχύσεως (νύχτα κ.λπ.) ή αν υπάρχει πεδίο πωλήσεως ενέργειας στο εξωτερικό. Είναι, επομένως, σαφές ότι τα Α/Π δεν υποκαθιστούν τη συμβατική ηλεκτροπαραγωγή, αλλά τη συμπληρώνουν, ανεξαρτήτως του αν χρειάζεται και, μάλιστα, η αγορά αυτή επιδοτείται από τους καταναλωτές της ΔΕΗ, η οποία δεν μειώνει τους συμβατικούς σταθμούς, αλλά, αντιθέτως, τους αυξάνει για να αντιμετωπίσει την αυξημένη ενεργειακή ζήτηση και για να αντιμετωπίσει τις όποιες, ενδεχόμενες, επανεκκινήσεις του βασικού συστήματος, με ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο, με μικρή απόδοση. Οι ανεμογεννήτριες (Α/Γ), όπως και κάθε μορφής βιομηχανική ανανεώσιμη πηγή ενέργειας (ΒΑΠΕ) δεν είναι σε θέση (με πιο απλή, αλλά όχι μοναδική περίπτωση τη μειωμένη ή μηδενική ένταση του ανέμου) να καλύψει τις ανάγκες του φορτίου βάσης και σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες επανεκκινήσεις, ανατρέπουν όλα τα επικαλούμενα περί μειώσεως των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Είναι, επίσης σαφές ότι το συμβατικό δίκτυο διανομής ρεύματος παραμένει ως έχει και το δίκτυο των ΑΠΕ είναι ένα πρόσθετο, παράλληλο δίκτυο. Τέλος, είναι σαφές ότι τα διαδιδόμενα περί οικολογικού και δωρεάν ρεύματος στους οικισμούς που γειτνιάζουν με τα Α/Π δεν ευσταθούν, αν αναλύσει κανείς την οικονομική πλευρά του θέματος. Επί πλέον, απαιτούνται σημαντικές δημόσιες επενδύσεις στα επί μέρους και κεντρικά δίκτυα μεταφοράς, στη συντήρηση υπολειτουργουσών θερμικών μονάδων φυσικού αερίου για την ομαλή απορρόφηση της ηλεκτρικής ενέργειας από τους αιολικούς σταθμούς, των οποίων η παραγωγή χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, ασυνέχεια και διαφοροποίηση στις παραμέτρους του παραγόμενου ρεύματος. Ειδικώς για το φυσικό αέριο, που είναι το μοναδικό που μπορεί να αναπληρώσει τη λειτουργία των Α/Π, επισημαίνεται το κόστος εισαγωγής του και η μικρή απόδοσή του κατά την ηλεκτροπαραγωγή.

Επίσης, μετά το χρόνο ζωής των ανεμογεννητριών (περίπου 20 έτη), εμφανίζεται η απροθυμία χρηματοδοτήσεως των εγκαταστάσεων, λόγω του κόστους καθαιρέσεως ή ανανεώσεως των ανεμογεννητριών, αλλά και λόγω αγνοήσεως ή αδιαφορίας για την υποβάθμιση του τοπίου. Έτσι, ο εγκατεστημένος εξοπλισμός που έχει υποβαθμίσει το περιβάλλον, συνήθως, σε βαθμό μη αναστρέψιμο παραμένει στη θέση του υποβαθμίζοντας συνεχώς το περιβάλλον, την αισθητική του τοπίου και άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος, φυσικού και ανθρωπογενούς.

Αιολικά πάρκα και Ατμοσφαιρικό Περιβάλλον

Τα βασικά είδη της δημιουργίας τοπικών βροχοπτώσεων (Κατακόρυφης Μεταφοράς και Ορογραφική) είναι βέβαιο ότι θα επηρεαστούν αρνητικώς από τη λειτουργία των ανεμογεννητριών, λόγω της διαρκούς αναταράξεως των κατώτερων αερίων μαζών, αναταράξεως που θα μεταφερθεί στα ανώτερα αέρια στρώματα της ατμόσφαιρας. Το μεγαλύτερο, όμως πρόβλημα σχετίζεται με την δημιουργία, παρουσία και ρόλο των υδρατμών της ατμόσφαιρας που βρίσκονται στην επιφάνεια της γης.

Η δρόσος είναι ένα φυσικό, μετεωρολογικό φαινόμενο στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας, κοντά στο έδαφος, συμπυκνώνονται και σχηματίζουν σταγόνες νερού. Αν οι υδρατμοί αυτοί συμπυκνωθούν κατ’ ευθείαν σε παγοκρυστάλλους, χωρίς να περάσουν από την ενδιάμεση υγρή φάση (σταγόνες), τότε πρόκειται για το μετεωρολογικό φαινόμενο της πάχνης ή παγετού. Η ομίχλη, ιδιαιτέρως όταν προέρχεται από χαμηλή νέφωση, είναι λεπτά σταγονίδια νερού, που δημιουργήθηκαν γύρω από πυρήνες συμπυκνώσεως. Τα σταγονίδια αυτά αιωρούνται και πέφτουν πολύ αργά στο έδαφος, κατεισδύουν μέσα σ’ αυτό, χωρίς να δίνουν την εντύπωση της βροχής. Η διαδικασία αυτή δυσκολεύεται από τις Α/Γ, λόγω εμφανίσεως του φαινομένου της τύρβης (στροβιλισμού) στην κίνηση της χαμηλής νεφώσεως εξ αιτίας της τραχύτητας από τις εγκαταστάσεις των Α/Π, όσο και από τη λειτουργία τους. (ανοδικές κινήσεις, στο πλαίσιο των στροβιλισμών, μείωση της επαφής της νεφώσεως με το έδαφος, τοπική αύξηση της ταχύτητας του ανέμου, μικρότερος χρόνος επαφής νεφώσεως – εδάφους, μειωμένη κατακάθιση υδρατμών στο έδαφος). Επί πλέον, οι ανεμογεννήτριες μεταβάλλουν τις ανταλλαγές και τη διαβίβαση, μεταξύ επιφάνειας-ατμόσφαιρας, ενέργειας, χαρακτηριστικών κίνησης, μάζας και υγρασίας, μέσα στην ατμόσφαιρα. Αυτές οι μεταβολές επιφέρουν αξιοσημείωτες επιπτώσεις στον καιρό και το κλίμα, σε επίπεδο τοπικό ή περιφερειακό.

Οι μορφές αυτές των αερίων υδρατμών έχουν ιδιαίτερη σημασία για τις Κυκλάδες, καθώς αντικαθιστούν, σε μεγάλο βαθμό και στο πλαίσιο των φυσιογραφικών χαρακτήρων του νησιού, τις βροχοπτώσεις. Δεν καλύπτουν την έλλειψη κατεισδύσεως, αλλά καλύπτουν το έλλειμμα της εδαφικής υγρασίας (ζώνη ριζικού συστήματος και αναπτύξεως χλωρίδας και πανίδας) η οποία έχει άμεση και απόλυτη προτεραιότητα σε κάθε μορφής υδατική προσφορά. Πέραν του ρόλου των υδρατμών αυτών στην εδαφική ζώνη, εμποδίζεται ή περιορίζεται η τριχοειδής ανύψωση και υδατική απώλεια του νερού του υποκείμενου υδροφόρου ορίζοντα.

Αιολικά πάρκα και Υδρολογικό Περιβάλλον

Η, έντονη, δενδριτική μορφή του υδρογραφικού δικτύου επιβεβαιώνει την επικράτηση της απορροής, σε σχέση με την πρωτογενή κατείσδυση. Η δευτερογενής κατείσδυση, που αμβλύνει σε κάποιο βαθμό το αρχικό έλλειμμα, επιτελείται κατά τη διάρκεια της απορροής και κατά μήκος των αξόνων της. Η κάλυψη και, πρακτικώς, στεγανοποίηση σημαντικού μέρους των λεκανών απορροής θα έχει μετρήσιμες επιπτώσεις στην κατείσδυση του νερού (απόδοση πηγών και γεωτρήσεων). Στο ίδιο αποτέλεσμα θα οδηγήσει η απόθεση των προϊόντων εκσκαφής κατά μήκος των χειμάρρων με την απόθεση του εδαφικού κλάσματος στην κοίτη και τα πρανή της απορροής (ιζηματαπόθεση λεπτομερούς εδαφικού κλάσματος - siltation).

Αιολικά Πάρκα και Υδρογεωλογικό περιβάλλον

Για την Τήνο, βασική αναπτυξιακή παράμετρος είναι το νερό και, μάλιστα το υπόγειο νερό (πηγές, γεωτρήσεις). Τα πετρώματα της Τήνου ανήκουν στην κατηγορία των Διερρηγμένων Πετρωμάτων (Fractured and Fissured Rocks), πετρωμάτων που επικρατούν στην Κυκλαδική ενότητα. Στα πετρώματα αυτά υπάγονται τα πυριγενή, τα μεταμορφωμένα, τα ανθρακικά, μη καρστικά και τα συμπαγή ιζηματογενή. Η υδροφορία τους μελετήθηκε από ειδική Επιτροπή της Διεθνούς Ενώσεως Υδρογεωλόγων (International Association of Hydrogeologists – IAH), που στην Τήνο έκανε ειδικό συνέδριο το 2002 και στην οποία Επιτροπή προήδρευσα για δύο χρόνια. Η συγκεκριμένη υδροφορία χαρακτηρίζεται από:


  • καλή κυκλοφορία του υπόγειου νερού, μέσω των ασυνεχειών του πετρώματος
  • δύσκολη κατείσδυση και τροφοδοσία, που γίνεται μόνο μέσω των ασυνεχειών, κατακόρυφων ή παρακατακόρυφων, γυμνών στην επιφάνεια ή καλυμμένων από εδαφικό κάλυμμα.

Βασικοί χαρακτήρες της υπόγειας υδροφορίας είναι η μικρή υδατική διαθεσιμότητα, οι μεγάλες υδατικές πιέσεις λόγω τουριστικού υπερπληθυσμού την κρίσιμη περίοδο του υδρολογικού έτους, ο κίνδυνος υφαλμυρώσεως και ρυπάνσεως λόγω διαλύσεως των ρύπων σε μικρότερη υδατική μάζα, οι συγκεκριμένες υδρογεωλογικές συνθήκες και οι, εκάστοτε, συνθήκες υδατικής διαχειρίσεως (water management) ή διακυβερνήσεως (water governance).

Ετσι, ο περιορισμός του εμβαδού της επιφάνειας από όπου επιτελείται η κατείσδυση, είναι ό, τι χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί.

 Αιολικά Πάρκα στο Γεωτεχνικό Επίπεδο

Αναμένεται αστάθεια πρανών και ενεργοποίηση διαβρωτικών διαδικασιών από εκσκαφές και καταστροφή αναβαθμίδων, που στηρίζουν για αιώνες το νησί. Θα πρέπει να υπάρξουν σημαντικά έργα αντιστηρίξεως και αποστραγγίσεως των εδαφών που θα προκύψουν από τις εκσκαφές, οι οποίες αναμένονται πολύ μεγάλες για την κλίμακα του νησιού και θα χρησιμοποιηθούν στις μεγάλες ισοπεδώσεις, στην οδοποιία, στη διαμόρφωση των Α/Π, στη θεμελίωση των Α/Γ και των συνοδών έργων, στην όδευση των καλωδίων μεταφοράς ρεύματος και σε διαμορφώσεις για εργοταξιακούς σκοπούς (διαδικασίες béton, οπλισμού, ξυλοτύπων κ.α.).

Ο μεγάλος όγκος εκσκαφών προκαλεί προβληματισμό για το χώρο αποθέσεως, πάντα σε σχέση με την κλίμακα της Τήνου. Η αναμενόμενη διάθεση των προϊόντων των εκσκαφών στις μισγάγγειες του νησιού θα οδηγήσει σε φαινόμενα που προαναφέρθηκαν (siltation), σε πλημμύρες από τη μειωμένη, κατά και, αρχικώς, μετά το έργο, παροχετευτική ικανότητα των αξόνων απορροής και σε ανάλογα φαινόμενα στις εκβολές.

Οι υδατικοί χαρακτήρες των Κυκλάδων

  • Περιοχή με τις λιγότερες βροχοπτώσεις στην Ελλάδα (μικρότερη προσφορά νερού).
  • Περιοχή με μεγάλες θερμοκρασίες και τη μεγαλύτερη ηλιοφάνεια (μεγάλες εξατμίσεις και διαπνοές από τα φυτά)
  • Μικρή έκταση των νησιών (μικρή δυνατότητα υδατοσυγκεντρώσεων)
  • Ορεινός χαρακτήρας των νησιών (μεγάλη επιφανειακή απορροή νερού, εις βάρος της κατεισδύσεως)
  • Ολόπλευρη προσβολή από τη θάλασσα (ευκολία υφαλμυρώσεως)
  • Ενταση των υδατικών πιέσεων το καλοκαίρι (ξηρή περίοδος του έτους) από τουρισμό, υδρεύσεις, αρδεύσεις και άλλες υδατικές χρήσεις.

Γίνεται, επομένως, φανερό ότι κάθε διαδικασία ή ενέργεια που δυσχεραίνει τη βέλτιστη λειτουργία του υδρολογικού κύκλου και, ιδιαιτέρως, της τροφοδοσίας των υπογείων υδροφόρων οριζόντων, με τους οποίους ζει και αναπτύσσεται η Τήνος (πηγές, γεωτρήσεις), πρέπει να αποφεύγεται στο σύνολό της.

Όλα αυτά και άλλα πολλά, πέραν του βασικού προβλήματος, της μετατροπής του φυσικού και ιστορικού, από πάσης πλευράς, τηνιακού περιβάλλοντος σε βιομηχανικό πάρκο. Αυτό και μόνο του, θα έπρεπε να εμποδίσει μια τέτοια ενέργεια.


ΠΗΓΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...